Home > Term: κονιοποιημένου καυσίμου
κονιοποιημένου καυσίμου
Στερεών καυσίμων, που μειώνεται σε μέγεθος, έτσι ώστε τουλάχιστον 50 τοις εκατό θα διέρχονται διά κοσκίνου (74 μικρά) 200-ματιών.
- Part of Speech: noun
- Industry/Domain: Fire safety
- Category: Prevention & protection
- Company: NFPA
0
Creator
- Αλεξανδρος
- 100% positive feedback
(Thessaloniki, Greece)