Home > Term: swap
swap
Μια συμφωνία με την οποία δύο μέρη δανείζουν μεταξύ τους υπό διαφορετικούς όρους, π.χ., σε διαφορετικό νόμισμα, ή και με διαφορετικά επιτόκια, σταθερά ή κυμαινόμενα.
- Part of Speech: noun
- Industry/Domain: Financial services
- Category: General Finance
- Company: Bloomberg
0
Creator
- Aggeliki
- 100% positive feedback
(Berlin, Germany)