- Industry: Financial services
- Number of terms: 73910
- Number of blossaries: 1
- Company Profile:
World's leading financial information-service, news, and media company.
Αποτυχία έγκαιρης πληρωμής τόκων ή αποπληρωμής κεφαλαίου για ένα χρεόγραφο ή, γενικότερα, συμμόρφωσης με τους όρους μιας συμφωνίας.
Industry:Financial services
Τιμή που καταβάλλεται για τον δανεισμό χρημάτων. Εκφράζεται ως ένα ποσοστό για μια χρονική περίοδο και αντανακλά τη σημερινή συναλλαγματική ισοτιμία σε μελλοντική κατανάλωση. Ο λόγος του τόκου προς το κεφάλαιο λέγεται επιτόκιο.
Industry:Financial services
Ο κίνδυνος ότι ο εκδότης ενός ομολόγου μπορεί να μην καταφέρει να κάνει έγκαιρη πληρωμών τόκων και κεφαλαίου. Επίσης αναφέρεται ως πιστωτικός κίνδυνος ή αφερεγγυότητα (κυρίως από εταιρείες αξιολόγησης).
Industry:Financial services
Μια δεσμευτική συμφωνία μεταξύ των αντισυμβαλλόμενων να ανταλλάξουν περιοδικές πληρωμές τόκου σε κάποιο προκαθορισμένο κεφάλαιο, το οποίο ονομάζεται ονομαστικό πλασματικό ποσό. Για παράδειγμα, ανταλλαγή σταθερού με κυμαινόμενο επιτόκιο.
Industry:Financial services
Το ποσό, εκφραζόμενο ως ποσοστό του αρχικού κεφαλαίου, με το οποίο υπολογίζονται οι τόκοι.
Industry:Financial services
Η χρέωση για τον δανεισμό χρημάτων, που συνήθως εκφράζεται ως ετήσιο ποσοστό. Η αγγλική λέξη interest χρησιμοποιείται τόσο με την έννοια του τόκου, όσο και για το ποσό της ιδιοκτησίας μιας εταιρείας που έχει ένας μέτοχος, το οποίο συνήθως εκφράζεται επίσης ως ποσοστό.
Industry:Financial services
Το σύστημα στο οποίο ο τόκος κεφαλαιοποιείται στο τέλος κάθε χρονικής περιόδου στην οποία υποδιαιρείται το χρονικό διάστημα επένδυσης. Δες: σύνθετη κεφαλαιοποίηση.
Industry:Financial services
Επιτόκιο δανείου ή χρεογράφου (π.χ. έντοκα γραμμάτια, ομόλογα καταθέσεων κ.ά.) με διάρκεια μικρότερη του ενός έτους. Συχνά αποκαλούνται επιτόκια της αγοράς χρήματος.
Industry:Financial services